Ανδρέας Συγγρός. Η πραγματική ιστορία του τοκογλύφου που έγινε «Εθνικός Ευεργέτης»

Ο Ανδρέας Συγγρός ήταν γιος τού χιώτη γιατρού Δομένικου Τσιγγρού. Αν και ο πατέρας του τον προόριζε για γιατρό (άλλωστε, ο Δομένικος είχε «στρωμένη δουλειά» αφού ήταν προσωπικός γιατρός τής αδελφής τού σουλτάνου), ο νεαρός προτίμησε να ασχοληθεί με το εμπόριο αρχίζοντας μάλιστα την καριέρα του στις επιχειρήσεις του Θεόδωρου Ροδοκανάκη.

11043008_355089021359427_2295285678116749006_nΣτα 25 του ο Ανδρέας Συγγρός αυτονομήθηκε και εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες τού πατέρα του, καθώς κατάφερε να γίνει ο επίσημος προμηθευτής της οθωμανικής αυτοκρατορίας κυρίως σε μεταξωτά. Μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να κάνει ένα γερό κομπόδεμα.
Τότε σκέφτηκε πως οι πιθανότητές του να μεγαλουργήσει θα ήταν πολύ μεγαλύτερες αν μετακόμιζε στην -σαφώς πιο αδύναμη- Ελλάδα. Έτσι το 1867 έφτασε στην Αθήνα. Χάρη στην φήμη τού επιτυχημένου και πλούσιου εμπόρου μπήκε εύκολα στα «μεγάλα σαλόνια» και γνωρίστηκε πρώτα με τον Χαρίλαο Τρικούπη (τότε υπουργό εξωτερικών), τους αρχηγούς των μεγάλων κομμάτων αλλά και με τον ίδιο τον βασιλιά Γεώργιο Α’ τον οποίο σαγήνευσε με την σπιρτάδα του μυαλού του.
Πριν βγει η χρονιά, ο Συγγρός είχε στήσει την πρώτη του τράπεζα. Για την ακρίβεια, δεν ήταν τράπεζα αλλά κάτι σαν τραπεζικό παραμάγαζο, αφού η κύρια δραστηριότητα της «Συγγρός, Κορωνιός και Σία» ήταν να χορηγεί βραχυπρόθεσμα δάνεια στην οθωμανική αυτοκρατορία με ιδιαίτερα υψηλά επιτόκια. Η «Σία» στην επωνυμία ήταν ο Στέφανος Σκουλούδης, μετέπειτα ιδρυτής τής διαβόητης «Εταιρείας Κωπαΐδας» και αργότερα πρωθυπουργός της χώρας. Οι δουλειές της τοκογλυφικής τράπεζας πήγαν τόσο καλά ώστε σύντομα ο Συγγρός ίδρυσε την περίφημη «Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως», η οποία αναδείχθηκε σχεδόν αμέσως σε βασικό χρηματοδότη όχι μόνο της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και της Αιγύπτου. Πολύ γρήγορα, ο Συγγρός γίνεται βαθύπλουτος και αποφασίζει να μετακομίσει μόνιμα στην Αθήνα.
Αρχίζει να αγοράζει τεράστιες εκτάσεις στην Αττική, τόσο μέσα στην Αθήνα όσο και γύρω απ’ αυτήν. Ανάμεσά τους, αγόρασε και ένα οικόπεδο στην αρχή της λεωφόρου Κηφισίας (όπως λεγόταν τότε η σημερινή βασιλίσσης Σοφίας), ώστε να χτίσει το μέγαρο του ακριβώς απέναντι από το παλάτι (σημερινή Βουλή). Την εποχή που ο Συγγρός εγκαθίσταται στην Αθήνα, το «λαυρεωτικό ζήτημα» βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής και ο Γεώργιος ζητά βοήθεια από τον καινούργιο του φίλο, τον οποίο εκτιμά βαθύτατα.
Ως λαυρεωτικό ζήτημα ή Λαυρεωτικά, περιγράφεται η νομική διαφορά μεταξύ της γαλλοϊταλικής εταιρείας Roux – Serpieri – Fressynet CIE με το ελληνικό δημόσιο σχετικά με την έκταση της εκμετάλλευσης των μεταλλείων του Λαυρίου. Συγκεκριμένα το ζήτημα προέκυψε όταν η κυβέρνηση Κουμουνδούρου, ύστερα από πίεση της αντιπολίτευσης και ειδικότερα του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, αμφισβήτησε το δικαίωμα της εταιρείας στην εκμετάλλευση των εκβολάδων, δηλαδή των καταλοίπων των εξορύξεων και των επεξεργασιών που γίνονταν στην αρχαία Ελλάδα και υπήρχαν στην επιφάνεια του εδάφους, ψηφίζοντας μάλιστα και σχετικό νόμο. Η εταιρεία αρνήθηκε να σταματήσει την εκμετάλλευση των εκβολάδων ζητώντας παράλληλα την μεσολάβηση των γαλλικών και ιταλικών κυβερνήσεων. Οι τελευταίοι επενέβησαν υπέρ των συμφερόντων της εταιρείας απαιτώντας αποζημίωση.

Η απροκάλυπτη συμμετοχή των ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά της χώρας προκάλεσε πολιτική κρίση με αποτέλεσμα την δημιουργία πολιτικού κενού λόγω των συχνών παραιτήσεων των κυβερνήσεων (Κουμουνδούρου, Ζαΐμη, Βούλγαρη). Ο Συγγρός μυρίζεται χρυσάφι και ζητά να βοηθήσει τον μεγαλειότατο. Η πρότασή του είναι ριζοσπαστική μεν απλούστατη δε: θα αναλάβει αυτός την εκμετάλλευση της λαυρεωτικής γης, αποζημιώνοντας ο ίδιος την εταιρεία των Ρου και Σερπιέρι, υπό την προϋπόθεση ότι θα του δοθούν ορισμένα «κίνητρα» από το κράτος (απαλλαγή από κάθε φορολογία, κλπ).

Όλοι ανέπνευσαν ανακουφισμένοι. Ο βασιλιάς επειδή βρήκε λύση εκεί όπου απέτυχαν οι πρωθυπουργοί, οι πολιτικοί επειδή έφυγε ένας μεγάλος βραχνάς από τον λαιμό τους, ο Ρου επειδή πήρε τα λεφτά που ήθελε (και μάλιστα, με καθυστέρηση αρκετών μηνών, χάρη στην οποία πρόλαβε και μάζεψε αρκετό από τον πλούτο τής λαυρεωτικής γης) αλλά και οι ξένες δυνάμεις επειδή απεμπλάκησαν από ένα μπέρδεμα που είχε καταντήσει σχεδόν αδιέξοδο. Έτσι, μέσα στο 1873, η Hilarion Roux et Cie μεταβίβασε τις μετοχές της στην Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως και ο Συγγρός έγινε απόλυτο αφεντικό τού Λαυρίου, ιδρύοντας την Ελληνική Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου (ΕΕΜΛ).

Στην ουσία, ο Συγγρός δεν είχε καμιά όρεξη να γίνει μεταλλωρύχος. Γι’ αυτό άλλωστε αποζημίωσε μόνο τον Ιλαρίωνα Ρου (δεν ήθελε στα πόδια του έναν πανέξυπνο τραπεζίτη) και επέτρεψε στον Σερπιέρι να παραμείνει στην περιοχή. Ο Συγγρός ήταν έμπορος και τραπεζίτης, άνθρωπος του χρήματος, όχι άνθρωπος της δουλειάς. Με το Λαύριο ασχολήθηκε για να κερδίσει, όχι για να κάνει χάρες στον βασιλιά ή στο κράτος. Επένδυση έκανε. Και, μάλιστα, την έκανε έχοντας κατά νου ένα «κόλπο γκρόσο».

Στο μεταξύ, ο παμπόνηρος κωνσταντινουπολίτης φρόντισε να αναβαθμίσει την επένδυσή του. Στις εφημερίδες άρχισαν ξαφνικά να εμφανίζονται περίεργα δημοσιεύματα, τα οποία έκαναν λόγο για ύπαρξη ακόμη και χρυσού (εκτός από τα ήδη γνωστά ασήμι και μόλυβδο) στο Λαύριο και τα οποία ο Συγγρός ουδέποτε διέψευσε επίσημα. Παράλληλα, οι φήμες για «αμύθητα πλούτη» έδιναν κι έπαιρναν:

  • Γιατί ζήτησε τόσο μεγάλη αποζημίωση ο Ρου;
  • Γιατί τσακίστηκε ο Συγγρός να πληρώσει όσα-όσα;
  • Γιατί ανακατεύτηκαν οι ξένοι;
  • Γιατί λύσσαξε ο Δεληγεώργης να μείνουν τα ορυχεία στην κυριότητα του κράτους;

Ο Συγγρός εκμεταλλεύτηκε (αν δεν υποδαύλισε ο ίδιος) τις φήμες, μετοχοποίησε την εταιρεία και έβγαλε τις μετοχές σε δημόσια προσφορά. Καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχε χρηματιστήριο στην Ελλάδα, τον ρόλο τού χρηματιστηρίου τον έπαιξε το καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» στην οδό Μητροπόλως, όπου συνωστίζονταν οι Αθηναίοι για να αγοράσουν μετοχές τής εταιρείας που θα τους έκανε ζάμπλουτους.

Κανείς δεν σκοτιζόταν από την υψηλή τιμή τής μετοχής, η οποία είχε ονομαστική αξία 200 δραχμές αλλά πουλιόταν πολύ «πάνω από το άρτιο», ξεπερνώντας ακόμη και τις 310 δραχμές. Και, βεβαίως, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να μάθει αν η αξία των υποτιθέμενων κοιτασμάτων κάλυπτε το μετοχικό κεφάλαιο που είχε βγάλει στο σφυρί ο Συγγρός. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η ΕΕΜΛ είχε μαζέψει τις οικονομίες των περισσότερων Αθηναίων αλλά και πολλών επαρχιωτών. Ανάμεσά τους ήσαν και πολλές εταιρείες, οι οποίες ανέστειλαν την συνήθη επιχειρηματική τους δραστηριότητα προκειμένου να τοποθετήσουν τα διαθέσιμά τους στις μετοχές τής ΕΕΜΛ.

Όμως, όσο γρήγορα αναπτύχθηκε η φούσκα, τόσο γρήγορα έσκασε. Πριν μπει ο χειμώνας του 1873, η απάτη τού Συγγρού ξεσκεπάστηκε και η αξία των μετοχών κατρακύλησε πιάνοντας πάτο. Χιλιάδες απλοί άνθρωποι καταστράφηκαν οικονομικά. Το εμπόριο κατέρρευσε, οι πτωχεύσεις διπλασιάστηκαν και οι αυτοκτονίες πολλαπλασιάστηκαν. Η καταστροφή ήταν τέτοια ώστε για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα ο όρος «λαϊκή πτώχευση».
Φυσικά, το αφτί τού Συγγρού ποσώς ίδρωσε. Χάρη στο «κόλπο γκρόσο» του, πολλαπλασίασε την ήδη μεγάλη περιουσία του, ενώ η λαϊκή κατακραυγή δεν ήταν αρκετή για να επηρεάσει την εύνοια με την οποία τον περιέβαλε ο Γεώργιος. Ενώ χιλιάδες κόσμου καταστρέφονταν, ο Συγγρός άρχιζε την καριέρα του ως οικονομικοπολιτικός μεγαλοπαράγοντας του τόπου…
Και μια φαρισαϊκή λεπτομέρεια: Το 1875, τρία μόλις χρόνια μετά την «λαϊκή πτώχευση» που ο ίδιος δημιούργησε, ο Ανδρέας Συγγρός θα γινόταν «εθνικός ευεργέτης» χρηματοδοτώντας την ανέγερση του πρώτου Πτωχοκομείου της Αθήνας.

Advertisements
Aside | This entry was posted in ΚΟΙΝΩΝΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Πες το!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s